Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Μ Ο Ρ Ν Α


Σκοτάδι. Αυτή είναι η λέξη που μπορεί να περιγράψει πληρέστερα το μέρος που βρίσκομαι, ή μάλλον, το μέρος που βρήκα τον εαυτό μου. Δεν είναι το σκοτάδι εκείνο που υπάρχει όταν σβήνεις το φως. Είναι ένα άλλο σκοτάδι, πιο ατόφιο, πιο υπαρκτό, εκείνο που αποκτά δική του μορφή και σχήμα και καταβροχθίζει το φως. Το σκοτάδι που καταβροχθίζει τα πάντα.
Μέσα από το σκοτάδι πού και πού ξεχωρίζουν διάφορα: ένας δρόμος κάτω από τα πόδια μου, καναδυο σπίτια λίγο πιο μακριά. Σπίτια παλιά κι έρημα, και δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ πού είναι οι κάτοικοί τους. Άραγε φοβήθηκαν το σκοτάδι κι έφυγαν μακριά ή τους πρόλαβε και τους κατάπιε;
Οσμίζομαι τον αέρα. Δε μυρίζω φόβο κι αυτό με φοβίζει πιο πολύ. Δε μυρίζω θάνατο και πανικοβάλλομαι. Αυτό μονάχα ένα μπορεί να σημαίνει: ότι ό,τι κι αν υπήρξε εδώ πέρα, έχει πεθάνει ήδη, έχει ανακυκλωθεί, έγινε κι αυτό σκοτάδι. Δεν έχει μείνει τίποτα ανθρώπινο πίσω, κάτι που να μαρτυρά ότι κάποτε είχε σάρκα και κόκαλα. Σαν το υπερφυσικό να ρούφηξε αυτό το χωριό απαλά κι ανώδυνα, σαν μάνα που νανουρίζει το παιδί στην αγκαλιά της κι έπειτα το στραγγαλίζει.
Ο θάνατος, αν όντως ήρθε, ήρθε γλυκά σαν έρωτας. Κανείς δεν κατάλαβε τίποτα.

Σε αυτό τον καταπιώνα περιπλανιέμαι όλες τις τελευταίες μέρες. Ο αέρας μπάζει από το παράθυρα τον σπιτιών κι όλο το χωριό ηχεί σαν ξεκούρδιστη κιθάρα. Αόρατα χέρια προσπαθούν να με γραπώσουν μέσα από τα δέντρα, καταφέρνω να γλιτώσω το τελευταίο δευτερόλεπτο, αν υπάρχουν δευτερόλεπτα εδώ. Και το βράδυ – όταν πιστέυω ότι έχει έρθει το βράδυ – μόνο τότε αφήνω τον εαυτό μου να χαλαρώσει και τα γόνατά μου να λυγίσουν μέσα στο σκοτάδι.
Στο λήθαργο παραπαίουν αναμνήσεις· γεννιούνται ερωτήματα: Άραγε ζω; είμαι αυτός που νομίζω ότι είμαι; Ένιωσα ποτέ, γέλασα, έκλαψα, φίλησα; Χόρεψα; Κάτι θυμάμαι. Αλλά μπορεί και να μην είναι αλήθεια.
Κάτι μπορεί να είχα υπάρχει κι εγώ.

Σε μια περιπλάνησή μου το σκοτάδι μού αποκαλύπτει κάτι λευκό. Πλησιάζω. Το νιώθω κρύο στο άγγιγμά μου. Το σχήμα του κυλινδρικό. Το αγκαλιάζω με τα δάχτυλά μου κι ανεβαίνω όλο και πιο ψηλά. Ο κύλινδρος τελειώνει και καταλήγει σε ένα ορθογώνιο. Μια πινακίδα. Διώχνω με τα χέρια μου το σκοτάδι, είναι πηχτό, δυσκολεύομαι, μπορώ να δω μόνο ένα-ένα τα γράμματα, πρώτα το μι, μετά ένα όμικρον, κι έπειτα ρο, νι, άλφα.

Μ Ο Ρ Ν Α

Η καρδιά μου παγώνει, είναι ευχάριστο, γιατί έχω καρδιά και μπορεί να παγώσει. Δεν είμαι νεκρός – όχι ακόμα. Αγκαλιάζω το τρέμουλο· είμαι ζωντανός, ζωντανός, ζωντανός.

Λίγο πιο μακριά ακούγεται το αλύχτημα ενός λύκου. Γελάω. Αλυχτά ξανά. Σχηματίζω τον ήχο με τα χείλη μου, ένα άλφα που σιγά σιγά κλείνει μέχρι να γίνει ου. Ήχος, φυσικά, δε βγαίνει. Αλλά για μια στιγμή γίνομαι λύκος κι εγώ.

Στο σκοτάδι τρεμοπαίζει κάτι φωτεινό· δύο κίτρινες κουκίδες. Άραγε να είναι ο άγριος καινούριος μου σύντροφος; Άραγε να 'ρχεται να μου δώσει το δώρο του θανάτου;
Έλα, σπλαχνικέ μου φίλε. Είμαι έτοιμος.

Το αλύχτημα σκεπάζεται από έναν άλλο ήχο · αυτόν του λάστιχου στην άσφαλτο. Τα κίτρινα μάτια μεγαλώνουν κι αποκτάνε πρόσωπο, μεταλλικό, ορθογώνιο. Δεν μπορώ να δω άλλο- τόσο φως σε τόσο σκοτάδι με τυφλώνει.

“Μπες μέσα”, ακούγεται μια φωνή που την ξέρω από παλιά. Ο πατέρας της Νατάσσας. “Μπες, και θα στα εξηγήσω όλα.”
 

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

Μίλησα


Δεν ήταν έυκολο να φύγω, ούτε να γυρίσω πάλι, αλλά έπρεπε να γίνει. Ίσως ακούγεται μελοδραματικό, αλλά συνέβησαν τόσα πολλά που δύσκολα θα μπορούσε να αντέξει κάποιος, πόσο μάλλον αν ήταν σπασμένος.

Έφυγα λοιπόν και ξαναγύρισα. Δεν μπορούσα να δω για καιρό κόσμο, κανέναν απολύτως. Ούτε να ακούσω, πιο πολύ να ακούσω. Ούτε άνθρωπο άντεχα, ούτε ζώο, ούτε καν τον ίδιο τον αέρα. Ο,τιδήποτε μπορούσε να παράξει ήχο είχε γίνει εχθρός μου πια. Όσο υπήρχαν ήχοι δεν ήμουν ασφαλής.

Τις μέρες κρυβόμουν σε διάφορα ερημικά μέρη, παλιά σπίτια και καταχωνιασμένα υπόγεια. Έβγαινα τα βράδια, μόνος στην ήσυχη νύχτα, όταν όλοι κοιμούνται. Μόνο τότε μπορούσα να σκεφτώ, ψηλαφώντας τη λιωμένη κασέτα, αναρωτώμενος αν υπήρξε ποτέ κάποια κανονική κασέτα, αν έγιναν ποτέ αυτά που έζησα ή αν τα ονειρεύτηκα. Ένα ταξίδι που το είχα κάνει πολλές φορές με το μυαλό μου ή στον ύπνο μου, όμως τώρα ήταν κάτι διαφορετικό, Τώρα το έκανα με το υλικό μου σώμα κι έχοντας πλήρη επίγνωση.

Περιπλανήθηκα σε κοιμώμενες πόλεις, έκατσα σε όχθες ποταμών, ξάπλωσα σε φρεσκοσκαμμένους τάφους. Ήταν ένα επώδυνο μάθημα, αλλά έπρεπε να τα μάθω όλα πάλι από την αρχή.

Κάποια στιγμή έγινε. Μίλησα.

Δεν ξέρω τι είπα. Δεν είναι ότι δε θυμάμαι, είναι ότι δεν ξέρω τι είπα. Δεν είναι ότι δεν έβγαινε νόημα. Είναι ότι δεν ξέρω. Μίλησα, όμως. Για μια στιγμή, για μια μικρή στιγμή, μίλησα. Δεν κράτησε πολύ για να το νιώσω. Ίσα ίσα που ένιωσα παράξενα, σαν να μην ήμουν εγώ. Είχα συνηθίσει πια τον τρελό, μουγγό εαυτό μου κι ήταν κάτι τόσο διαφορετικό!

Ούτε η φωνή μου θυμάμαι πώς ήταν.

Σημασία είχε, όμως, ότι η απομόνωσή μου είχε τελειώσει.

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Πού είσαι;



Καλησπέρα σας. Αυτό το ποστ δεν είναι από τον Ευαγόρα αλλά από εμένα, τη Νατάσα, την κοπέλα στης οποίας το σπίτι έμενε τον τελευταίο καιρό. Λέω έμενε, γιατί εδώ και κανένα μήνα ο Ευαγόρας δε μένει πια μαζί μας. Ένα πρωί μάζεψε τα πράγματά του και έφυγε ξαφνικά, χωρίς καμια προειδοποίηση. Δεν ήξερα τι έγινε και μετά από πολλές προσπάθειες επικοινωνίας μαζί του πήρα το θάρρος να μπω στο λογαριασμό του για να δω αν είχε κάποιο e-mail που θα με βοηθούσε να καταλάβω τι είχε γίνει. Δε βρήκα κάτι, αλλά βρήκα το τελευταίο draft σε αυτό εδώ το blog, ένα αποθηκευμένο κείμενο που ο Ευαγόρας ξεκίνησε να γράφει λίγες ώρες πριν φύγει από εδώ. Το ανεβάζω μόνο και μόνο για να μοιραστώ με όσους τον διαβάζετε κάποια πληροφορία που ίσως σε κάποιον από εσάς δώσει κάποια ιδέα για το πού μπορεί να βρίσκεται ο Ευαγόρας και το τι να έχει συμβεί.

Προσπαθώ να καταλάβω. Ακόμα και τώρα που έγιναν τόσα πολλά, τώρα που κάθομαι να γράψω, προσπαθώ να καταλάβω.
Η κασέτα παίζει ανάποδα. Το ΑΤΕΣΑΚ.
Ήχοι και σπαραγμένες συλλαβές που προσπαθούν να σχηματίσουν λέξεις.
ΗΜΟΥΝ ΓΕΡΟ ΟΤΑΝ ΘΥΜΑ ΠΑΙΔΙ ΕΙΧΑ ΕΝΑΝ ΑΠΟ ΒΙΑΣΜΟΥ ΠΕΣΕΙ
Πιάνω χαρτί και μολύβι.
Το νόημα, όχι.

Δυο μέρες μετά, ο άνθρωπος πίσω από τους Τhis Is Past, το συγκρότημα που έφτιαξε την κασέτα, δέχεται επιτέλους να με δει μετά από πολλές προσπάθειες να έρθω σε επαφή μαζί του. Φαντάζομαι ότι έγινα μάλλον φορτικός, αλλά χρειάζομαι κάποιες απαντήσεις που μόνο αυτός μπορεί να δώσει.
Διαβάζει τα post-it που του δίνω με τρεμάμενα χέρια. Όταν τελειώνει την ανάγνωση με κοιτά, και δεν ξέρω αν το βλέμμα του κρύβει κοροϊδία, ενόχληση ή οίκτο.
Το βλέμμα αυτό κρατά για λίγα δευτερόλεπτα. Μου φαίνονται αιώνες.
Ευαγόρα.... Η κασέτα που είχα στείλει σε εκείνη τη διεύθυνση... Ήταν λιωμένη.”

Κοιμάμαι. Στο όνειρό μου πάω να βάλω την κασέτα στο κασετόφωνο, αλλά δε χωράει γιατί είναι πολύ μεγάλη. Συνεχίζω να προσπαθώ, αλλά μάταια. Στο τέλος σπάει το κασετόφωνο.

Ξυπνάω. Τρέχω να βρω την κασέτα. Κι έντρομος συνειδητοποιώ ότι ίσως ακόμα να είμαι στο όνειρο, ή ίσως όλη η ως τώρα πραγματικότητα να ήταν όνειρο, ή ίσως κι εγώ ο ίδιος να είμαι όνειρο.
Η κασέτα είναι όντως λιωμένη...

Και δεν ξέρω τι να κάνω, παρά μόνο γράφω και παράλληλα σκέφτομαι. Οι λέξεις βγαίνουν μόνες τους, αυτόματα, για να κάνουν χώρο να καθαρίσει το μυαλό μου, να τακτοποιήσει τις σκέψεις που το βομβαρδίζουν από χίλιες μεριές. Ίσως μόνο έτσι να μπορώ να βρω τη

Εδώ τελειώνει, ή μάλλον κόβεται το κείμενο. Ίσως ο Ευαγόρας να κατάλαβε τι γινόταν όσο έγραφε τις λέξεις που μόλις διαβάσατε. Είτε κατάλαβε, όμως, είτε όχι, αρνήθηκε να το μοιραστεί μαζί μου, τον άνθρωπο με τον οποίο έζησε μεγάλο μέρος αυτής της περιπέτειας. Ίσως να πίστεψε ότι όλο αυτό ήταν κάτι προσωπικό, κάτι αυστηρά δικό του. Δε γνωρίζω, κι ίσως να μην το μάθω ποτέ. Αυτό που ξέρω, όμως, είναι ότι ο Κακός Γέρος δεν είναι κάτι προσωπικό. Ο Κακός Γέρος μπορεί να κυνηγήσει τον καθένα μας. Ο Κακός Γέρος δεν είναι φαντασία ή ψευδαίσθηση. Ο Κακός Γέρος υπάρχει, είναι εδώ και παραμονεύει.

Ευαγόρα, αν το διαβάζεις αυτό, σε παρακαλώ επικοινώνησε μαζί μου. Ανησυχώ.


N.

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

ΑΤΕΣΑΚ


Χάθηκα ξανά. Το ξέρω. Αλλά δε με ενδιαφέρει πια. Είναι όλα πολύ σχετικά, εξάλλου. Μπορεί να μην το καταλαβαίνεις, ανώνυμε φίλε μου (αν υπάρχεις), αλλά αν δεις όλα αυτά που είδα και ζήσεις όλα αυτά που έζησα, θα καταλάβεις ότι σχεδόν τίποτα δεν έχει σημασία σε αυτό που λέμε “ο κόσμος που ζούμε”. Υπάρχουν αμέτρητα πέπλα από πίσω, πέπλα που αν τα σηκώσεις θα μείνεις έκπληκτος με αυτά που θα βρεις από κάτω, είτε είναι τα παιδικά σου όνειρα είτε οι χειρότεροι σου εφιάλτες.
Τα πάντα βρίσκονται εκεί. Παραμονεύουν να σηκώσεις το πέπλο. Εκείνες τις στιγμές ανάμεσα στον ύπνο και στον ξύπνιο, στις κίτρινες και μπλε κηλίδες που αστράφτουν πίσω από τα κλειστά σου βλέφαρα. Εκεί που αφήνεις τον εαυτό σου και γίνεσαι ένα με το χάος. Εκεί που καταλαβαίνεις ότι πίσω από αυτό το γκρίζο χαρτί που ονομάζεις από κάποια άφατη σύμβαση Πραγματικότητα, βρίσκονται οι αόρατοι Κόσμοι.
Είμαι εκεί εδώ και μέρες. Στο γκρίζο χαρτί της δικής μου “Πραγματικότητας”, τα πάντα έχουν γίνει ένα παιδικό σκίτσο. Πόσο μπορεί να σε πληγώσει ένα κακοφτιαγμένο ανθρωπάκι; Δε με αγγίζει τίποτα. 'Ολα φαίνονται πολύ μικρά μπροστά σε αυτά που πρέπει να γίνουν. Μπροστά στην Αιώνια Μάχη με τον Κακό Γέρο, το Κακό, το Κτήνος.
Τον είδα, εκεί στους Κόσμους. Σκυφτό, όπως σε εκείνη τη στάση του λεωφορείου στο όνειρό μου, πριν τόσο καιρό (αλήθεια, πόσο καιρό; έχει σημασία; μήπως κι αυτό που λέμε Χρόνος δεν είναι μια απλή γραμμή στο σκίτσο που ζούμε;). Αυτή τη φορά, όμως, δεν ήταν όνειρο. Αυτή τη φορά ήμουν εκεί με σάρκα και οστά, πλήρως συνειδητά, κι έτυχε να ανταμώσουν φευγαλέα οι δρόμοι μας. Είχε βγει για το κυνήγι του. Δε με κατάλαβε. Σίγουρα για αυτόν παραμένω ένα τίποτα, πιστεύει πως ήδη μου έκανε μεγάλο κακό και δε θα τολμήσω να τον αντιμετωπίσω. Ότι φοβάμαι μη χάσω και άλλα πράγματα. Δεν ξέρει, όμως, πως ένας άνθρωπος που έχει χάσει τα πάντα δε σταματά πουθενά.
Ήταν τρομακτική η όψη του από κοντά. Το βρώμικο παλτό του ακούμπησε φευγαλέα στο χέρι μου κι ένιωσα μεμιάς όλη τη φρίκη του κόσμου, λες κι εκείνο το άγγιγμα να ήταν φτιαγμένο από παιδικούς εφιάλτες. Τα μάτια του έμοιαζαν κενά, μα στο βάθος τους αντιφέγγιζε κάτι μαύρο και σκοτεινό, σαν το κακό που παραμονεύει. Αυτός είναι το Κακό, και παραμονεύει.
Και είδα και το Δόντι. Ένα μακρύ, σουβλερό δόντι που προεξείχε από το πάνω χείλος του κι έφτανε μέχρι το πηγούνι του. Δεν το είχα δει την πρώτη φορά, ίσως επειδή τότε το σκέπαζε με το χέρι του. Ή ίσως επειδή φοβόμουν και δεν ήθελα να το δω. Αλλά εκείνη τη φορά ήμουν έτοιμος.
“Με αυτό, με αυτό μας σκότωσε”, είχε ψιθυρίσει τρομαγμένη η μικρή.
“Μη φοβάσαι.”

Και τώρα ξέρω τι έχω να αντιμετωπίσω. Γυρνάω στους Κόσμους και μαζεύω ιστορίες, μιλάω με τα νεκρά παιδιά, θεραπεύω, όταν μπορώ, τις ψυχές τους για να ησυχάσουν. Καμιά φορά τα βλέπω και τελείως ξύπνιος, όταν για παράδειγμα, περπατάω στο δρόμο. Όχι πως έχει και μεγάλη διαφορά από το να βλέπω τους ζωντανούς. Το κακό έχει εισχωρήσει τόσο βαθιά που δεν έχουν μεγάλη διαφορά τα βλέμματα. Απλώς οι νεκροί ξέρουν ότι είναι νεκροί.

Ίσως για αυτό να αποφάσισα να δώσω στη Νατάσα ακόμη μια ευκαιρία. Παρά την παράνοιά της είναι ίσως ο πιο ζωντανός άνθρωπος που ξέρω. Ζει την κάθε στιγμή με όλο της το είναι, άγρια, σαν να είναι η τελευταία στιγμή της ζωής της. Απλά σταμάτησα να της μιλάω για όλο αυτό. Αρκούμαι στο να της δίνω να καταλάβει πως είμαι κουρασμένος και πως ψάχνω έναν τρόπο για να ξαναβρώ τη φωνή μου – και μέχρι εκεί. Και σε όλη αυτή την παράνοια με τον πατέρα της κρατάω μια ουδέτερη στάση. Ξέρω πως τους χρησιμοποιώ και με στενοχωρεί αυτό, αλλά δεν μπορώ προς το παρόν να κάνω κάτι άλλο. Και θα στενοχωρηθώ ακόμα πιο πολύ όταν θα έρθει η στιγμή που θα τους χρησιμοποιήσω με χειρότερο τρόπο, αλλά δυστυχώς φαίνεται να είναι αναπόφευκτο.

Αναπόφευκτο. Περίεργη λέξη. Ακόμη δεν κατάλαβα αν υπάρχει αυτό που λέμε ελεύθερη βούληση ή αν όλα είναι προκαθορισμένα. Ούτε στα Πέπλα μπορεί κανείς να βρει την απάντηση. Αλλά θα πω κάτι, ανώνυμε φίλε, και πίστεψέ με: καθετί έχει ένα αποτέλεσμα. Καθετί σε οδηγεί κάπου. Ίσως να μην ξέρεις πού ακριβώς, αλλά την απάντηση τη βρίσκεις αργά ή γρήγορα. Έτσι έγινε και με μένα. Όλα όσα έχω ζήσει με οδηγούν σε ένα μόνο πράγμα: να πολεμήσω τον Κακό Γέρο με οποιοδήποτε τίμημα. Να ελευθερώσω τα παιδιά και να πάρω πίσω τη φωνή μου. Και αντίστροφα: το ότι έχασα τη φωνή μου ήταν η αιτία που μπορώ τώρα να πολεμήσω τον Κακό Γέρο. Γιατί βρήκα τι είναι το Ατέσακ, και σε αυτό με οδήγησε το ότι έχω χάσει τη φωνή μου.

Προσπαθούσα να θυμηθώ πώς ήταν η φωνή μου. Ήταν άραγε βαριά και βροντερή ή μειλίχια και γελαστή; Ήμουν δικηγόρος. Οι δικηγόροι υποτίθεται ότι έχουν σίγουρες φωνές, γιατί πρέπει να παρουσιάσουν την αλήθεια, όποια κι αν είναι η εκάστοτε αλήθεια τους. Κι εγώ κάπως έτσι πρέπει να έλεγα τις δικές μου αλήθειες. Αλλά τελικά, ποιες ήταν αυτές; Και τι είδους φωνή τις πρόφερε; Αυτό το ερώτημα με βασάνιζε, δεν μπορούσα να το αφήσω πίσω μου σαν όλα τα άλλα προβλήματα. Η φωνή είναι ένα κομμάτι του εαυτού κι ένιωθα πως είχα χάσει κάτι από τον εαυτό μου...

Έχανα τον ύπνο μου και δεν μπορούσα να ησυχάσω. Στο τέλος, τόλμησα και πήγα κρυφά στο σπίτι μου. Ευτυχώς ήταν άδειο, δεν το είχαν νοικιάσει σε άλλον, δεν είχαν αλλάξει καν κλειδαριά. Το σπίτι φαινόταν συμμαζεμένο, μάλλον η μάνα μου πήγαινε και το φρόντιζε, ίσως από τύψεις, ίσως, ήλπιζε, όπως κάθε μάνα, πως όλα θα φτιάξουν. Και σε ένα ντουλάπι βρήκα μια κασέτα ηχογράφησης.
Με τρεμάμενα χέρια την έβαλα στο κασετόφωνο. Ήταν μια κασέτα που είχα ηχογραφήσει ένα χρόνο πριν πάρω πτυχίο, ήμουν με κάτι φίλους, μεθυσμένοι, και λέγαμε αηδίες. Είχαμε θεωρήσει ότι θα ήταν πολύ καλή ιδέα να αποτυπώσουμε τις ποτισμένες με αλκοόλ σκέψεις μας στην αιωνιότητα.
Πάτησα το play.
Πιστεύω, λοιπόν, ότι με πιθανότητα που προσεγγίζει τη βεβαιότητα....ΠΩΣ ΓΑΜΙΕΤΑΙ Η ΜΑΝΑ ΣΟΥ!”
Είσαι μαλάκας εκ προθέσεως, Ευαγόρα Κόκκινε!”
Η κασέτα γέμισε νεανικά, ξέγνοιαστα, ανυποψίαστα γέλια.

Με πιθανότητα που προσεγγίζει τη βεβαιότητα.
Γαμιέται η μάνα σου.

Η φωνή μου, τόσο δική μου μα όχι δική μου. Αρκετά νεότερη, μεθυσμένη, αλλοιωμένη από το χρόνο, αιχμαλωτισμένη σε ένα μηχάνημα. Δεν την θυμόμουν έτσι. Για την ακρίβεια, δεν θυμόμουν πώς τη θυμόμουν. Σίγουρα πάντως, δεν τη θυμόμουν έτσι, και δεν τη θυμόμουν όπως θα τη θυμόταν κάποιος άλλος. Αλλιώς ακούει κάποιος τη φωνή του ο ίδιος, αλλιώς την ακούνε οι γύρω του, αλλιώς την ακούει από κάποιο τεχνητό μέσο. Κι εκεί ένιωσα να με διαπερνούν ρίγη, γιατί αν δε θυμόμουν πώς ήταν η φωνή μου, κι αν ήμουν ο μοναδικός που μπορούσα να ακούσω τη φωνή μου έτσι όπως την άκουγα και την ένιωθα αληθινή, τότε είχε χαθεί στη λήθη · δεν είχε υπάρξει ποτέ πραγματικά. Γιατί η αλήθεια είναι η θύμηση, όπως το λέει η ίδια η λέξη, που αποτελείται από το “α” στερητικό και λήθη. Κι αν είχα ξεχάσει πώς ήταν η φωνή μου, είχα τελικά ποτέ φωνή; Ή είχα γεννηθεί μουγκός και το ότι μιλούσα κάποτε ήταν ένα θολό όνειρο; Κι αν τελικά η φωνή μου ήταν ένα κομμάτι του εαυτού μου, το είχα χάσει ή δεν το είχα ποτέ; Μήπως ήμουν απο πάντα μισερός; Μήπως – και σε αυτή τη συνειδητοποίηση άρχισα να τρέμω – μήπως δεν είχα υπάρξει ποτέ;

Πάτησα το stop. Μετά πάλι το play. Stop. Play. Stop. Play. Η κασέτα σταμάτησε. Απόγνωση. Stop. Play. Η κασέτα μάσησε. Άρχισα να γελάω. Η κασέτα χάλασε και πηρε μαζι της τη φωνη μου για παντα η κασετα η πουτανα η κασετα η κασετακασετακασετακασετακ
Α Τ Ε Σ Α Κ

Όλα σε οδηγούν κάπου.

Στο σπίτι της Νατάσας έβαλα την κασέτα να παίζει. Όχι εκείνη από το σπίτι μου. Την άλλη, των This Is Past.
Την έβαλα να παίξει ανάποδα.
Μόνο No Words δεν ήταν...



Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Ψυχη



Έχω μέρες να γράψω πάλι. Δεν είχα διάθεση. Δεν πάει πολύς καιρός που ένιωθα ότι δεν ήμουν μόνος, αλλά οι ελπίδες μου αποδείχτηκαν φρούδες. Το μαγαζί του πατέρα της Νατάσας μπορεί να αποτελεί το μόνο μου καταφύγιο, και τους είμαι απείρως ευγνώμων για αυτό, αλλά πάνε μέρες τώρα που άρχισα να νιώθω ότι το να ζω με αυτούς τους ανθρώπους γίνεται δυσκολότερο μέρα με τη μέρα. Πως η ζωή γίνεται δυσκολότερη μέρα με τη μέρα. Πού ήμουν και πού βρίσκομαι. Πώς έχει καταρρεύσει όλη μου η πραγματικότητα, αν μπορώ τελικά να πω ότι υπάρχει αυτό που λέμε πραγματικότητα. Αν το ποτήρι που βλέπω είναι όντως γυάλινο και πως, αν σπάσει, θα με κόψει. Γιατί τελικά τα πράγματα που δεν σπάνε εύκολα είναι αυτά που σε πληγώνουν περισσότερο.
Η Νατάσα είναι σπασμένη. Δεν το είχα αντιληφθεί, αλλά ό,τι κι αν είναι αυτό που περνάει, την έχει καταβάλει σε μέγιστο βαθμό. Δεν ξέρω κατά πόσο μπορώ να την εμπιστευτώ. Σίγουρα έχει καλή πρόθεση, αν έχει πρόθεση αυτό το άγριο, κατατρεγμένο πλάσμα που λειτουργεί μόνο με το ένστικτό της υπό το καθεστώς φόβου, σαν ένα αγρίμι που οσμίζεται τον κίνδυνο και το μόνο που κυριεύει το μυαλό του είναι το πώς θα γλιτώσει. Δεν ξέρω από τι προσπαθεί να γλιτώσει, από τι εφιάλτες παλεύει να ξεφύγει με νύχια και με δόντια, ίσως να μην είναι καν οι δικοί μου εφιάλτες, αλλά σίγουρα τόσο άλογη συμπεριφορά βάζει και τους δυο μας σε κίνδυνο. Συνέχεια λέει -με τον τρόπο της, πάντα, τις εικόνες που φτιάχνει στον υπολογιστή, ότι μας παρακολουθούν, και μετά από λίγο μου στέλνει μηνύματα στο internet που μπορεί να δει ο οποιοσδήποτε. Υποστηρίζει πως πρέπει να έχουμε τα μάτια μας δεκατέσσερα, αλλά τα δικά της μάτια τα σκεπάζει μια βαριά κουρτίνα τρόμου. Κι όταν χάνεται μέσα σε εκείνη την κουρτίνα, εκείνες τις άγριες στιγμές, μπήγει τα νύχια της στο μπράτσο μου και σχηματίζει με τα χείλη της τις συλαβές “Α-ΤΕ-ΣΑ-Κ”. Μάλλον εννοεί την κασέτα των This Is Past, αλλά δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα μπορούσε να βοηθήσει σ' αυτή τη φάση, πέρα από το να ηρεμεί.
Το Ατέσακ. Το Δόντι. Το τρομαγμένο βλέμμα. Μέρα με τη μέρα χάνεται στους λαβυρίνθους των εμμονών της, δεν μπορώ να την εμπιστευτώ πια. Εκείνη, ακόμα χειρότερα: δεν εμπιστεύεται τον ίδιο της τον πατέρα. Έχει σταματήσει ακόμα και να τον κοιτάει, και κάθε φορά που προσπαθώ να του γράψω κάτι για να του πω, ορμάει και μου σκίζει τα χαρτιά. Στο μυαλό της έχει γίνει ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Πιστεύει ότι κάτι κρύβει, ότι μας σκάβει το λάκκο, και πραγματικά πιστεύω ότι μοιράζεται αυτές τις σκέψεις μαζί μου μόνο επειδή νιώθει ότι είμαι λιγότερο απειλητικός από τον πατέρα της.
Ο πατέρας της. Μέσα σε αυτό το σπίτι, είναι η μοναδική φωνή της λογικής. Είναι η μοναδική φωνή, γενικώς. Και κατά συνέπεια, η μεγαλύτερη πηγή της λύπης μου. Πριν λίγες μέρες, με ξύπνησε το τραγούδι του. Ήταν στο μπάνιο και ξυριζόταν. Τραγουδούσε ένα παλιό τραγούδι και ένας μεγάλος κόμπος ανέβηκε στο λαιμό μου. Όχι επειδή το τραγούδι μου θύμισε κάτι, αλλά επειδή εγώ δεν μπορώ να τραγουδήσω πια. Κι αυτός ο κόμπος όλο και μεγάλωνε μέσα στο λαιμό μου, που έκρυψα το κεφάλι μου στο μαξιλάρι κι άφησα τα δάκρυα να τρέξουν ελεύθερα, σαν μικρό παιδί. Πρέπει να έκλαιγα πολλή ώρα. Στο τέλος, όπως και τόσες άλλες φορές, ο ύπνος έγινε το μοναδικό μου καταφύγιο.
Έτσι, ενώ τις τελευταίες μέρες είχα καταφέρει να γραπωθώ από τον ξύπνιο, πιστεύοντας ότι είναι η μοναδική, αληθινή πραγματικότητα, αποσύρθηκα ξανά στο λήθαργο. Ήταν πιο ασφαλές για το μυαλό μου. Ακόμα και τα πιο αποτρόπαια όνειρα είχα αρχίσει να τα συνηθίζω πια: όταν βλέπεις συνέχεια το ίδιο και το ίδιο, παύει πια να σε τρομάζει τόσο. Συμφιλιώνεσαι. Κι είναι πιο εύκολο να συμφιλιωθείς με το όνειρο τελικά, παρά με ό,τι συμβαίνει γύρω σου.
Κοιμόμουν για να ξεφύγω. Και ξέφευγα. Ονειρευόμουν, δε θυμάμαι τι, δεν έχουν σημασία πολλά όνειρα. Το καθόριζα εγώ πια. Μόνο μια μορφή δεν μπόρεσα να ξορκίσω. Αυτή του μικρού κοριτσιού, εκείνου που είχε πέσει πάνω μου σε εκείνο το σοκάκι. Τότε νόμιζα ότι ήμουν ξύπνιος και κοιμόμουν. Τώρα σαν να γινόταν το αντίθετο. Κοιμόμουν, μα το σώμα μου δούλευε πιο πυρετωδώς από ποτέ.
Ονειροβατούσα κι υπνοβατούσα, και η συντρόφισσά μου, πάντα σιωπηλή, ερχόταν κι έφευγε, συνοδεύοντάς με σε νυχτερινές περιπλανήσεις, Περπατήσαμε όλη την Αθήνα, γεμάτη φαντάσματα, τρομακτικά πλάσματα της νύχτας και του φόβου, τσακισμένα σώματα από τη μανία μιας φρενήρους ζωής. Έχω βρει τον εαυτό μου να ξυπνάει στα πιο άκυρα σημεία. Σε ένα κατουρημένο σοκάκι στη Σολωμού, στα Εξάρχεια, όπου οι ψυχές των ναρκομανών κλαίνε γοερά. Στα Αναφιώτικα, φωσφορίζοντα από τις πάμπολλες μαγικές σφραγίδες των μάγων. Στο Μαρούσι, γεμάτο νυχιές που αφήνουν τα πλάσματα της νύχτας. Και σε όλα αυτά τα νυχτερινά ταξίδια μαζί μου η μικρή, η οποία έφευγε λίγο πριν ξυπνήσω, λίγο μετά το Αγκάλιασμα, όταν έπεφτε πάνω μου όπως σε εκείνο το σοκάκι, και κολλούσε το άμορφο στόμα της στο μέτωπό μου και με άφηνε ξέπνοο, σχεδόν μισοπεθαμένο, χαμένο σε μια Αθήνα που έβλεπα πρώτη φορά στην ονειρική της διάσταση.
Διώκτης; Σύμμαχος; Δεν το ήξερα. Αν ήθελε να με σκοτώσει, μπορούσε να το κάνει: τα όνειρα ήταν δικό της βασίλειο πολύ περισσότερο από ό,τι δικό μου. Αν ήθελε να με βασανίσει, κι αυτό της ήταν πολύ εύκολο. Μα το δάγκωμά της, αν μπορεί να δαγκώσει ένα στόμα χωρίς χείλη, μου προκαλούσε μόνο ένα τσίμπημα και λίγη εξάντληση. Σε λίγες ώρες ήμουν πολύ καλύτερα. Τότε, τι ήθελε λοιπόν;
Κι ήρθε η χτεσινή νύχτα. Το κοριτσάκι είχε πια στόμα. Ένα στόμα που ίσως να έμοιαζε και με το δικό μου. Και μιλούσε όπως όλα τα στόματα στα όνειρα, ακατάληπτα για κάποιον που ακούει ένα όνειρο, αλλά πέρα ως πέρα κατανοητό για αυτόν που το έζησε, ή απλά ξέρει να ακούει...
“Εψαχ νακερώ μέχρινα σεβρώ. Σιχόρα μεάνσε πόναισσα, ίτανο μο νοστρόπος. Ογέρος....”
Κι οι λέξεις αρχίζουν να αποκτούν νόημα.
“Ήταν το κακό σαν άνθρωπος και μετά, αφού πέθανε. Όλα μας πεθάναμε. Μας σκότωσε αυτός, όσο ζούσε. Μας έκανε πολύ άσχημα πράγματα και μετά μας σκότωσε, ένα προς ένα. Και δε μας άφησε να ησυχάσουμε ούτε και μετά το θάνατο. Ήτανε μάγος, ήξερε πράγματα. Έμαθε πώς να κυριεύει τους νεκρούς. Κι όταν τον έπιασαν και τον κρέμασαν, έζησε ξανά. Τώρα σκοτώνει αλλιώς. Δεν μπορεί να κυνηγήσει όπως παλιά, γιατί δεν έχει σώμα. Αλλά παρασιτεί με την ψυχή των ανθρώπων. Στέλνει εμάς και τους πίνουμε λίγο από την ψυχή τους και μετά τη δίνουμε σε αυτόν. Έτσι ζει τόσα χρόνια. Άλλοι από εμάς τον βοηθάνε, γιατί φοβούνται ή γιατί έμαθαν να τους αρέσει, κι αυτοί είναι οι πιο δυνατοί. Άλλοι, όσοι πρόλαβαν κι ένιωσαν αγάπη, αντιστέκονται, αλλά αυτοι είναι οι πιο αδύναμοι και τους έχει πάρει το στόμα. Εμένα μου το ξανάδωσε, γιατί τον ξεγέλασα ότι μου αρέσει. Αλλά έκανα ψέματα. Μάζευα λίγο από τις ψυχές των ανθρώπων, αλλά όχι για να τους σκοτώσω, αλλά να τις δώσω σε αυτόν που θα μας σώσει, όταν θα τον έβρισκα. Και τελικά τον βρήκα. Σε βρήκα...”
Άνοιξε το στόμα της και φύσηξε μέσα στο δικό μου. Στον ουρανίσκο μου, η μυρωδιά του τριαντάφυλλου σκεπάστηκε από σταλαγματιές ψυχών, ανθρώπων που ζούσαν ή είχαν πεθάνει, ανθρώπων που περπατούσαν και ανέπνεαν, έπαιρναν το μετρό, πήγαιναν στη δουλειά ή τραγουδούσαν, ανθρώπων που αγχώνονταν κι έτρεχαν, που έτρωγαν ή διάβαζαν, ανθρώπων που γελούσαν και έκλαιγαν, που αγαπούσαν και μισούσαν, ψυχές από αθρώπους που ζούσαν, λίγο από την ψυχή ενός παιδιού, ενός δικηγόρου, ενός παπά, ενός τραγουδιστή ή μιας δασκάλας, λίγο από την ψυχή τη δική της, τη δική μου, τη δική σου, λίγο από όλης της ανθρωπότητας.
Κι οι σταλαγματιές κρυστάλλωσαν μέσα μου, πάγωσα για λίγο, τις ένιωσα, με ένιωσαν· είχε έρθει η ώρα να ξυπνήσω και πάλι.

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Δεν είμαι μόνος




Έχω καιρό να γράψω. Δεν ξέρω καν αν πρέπει να γράψω, να βγάλω από μέσα μου όλα όσα σκέφτομαι και όλα όσα έγιναν. Δεν ξέρω καν τι μπορεί να γίνει αν διαβάσουν αυτές τις λέξεις αυτοί που με κυνηγάνε. Γιατί, πλέον, με κυνηγάνε. Κρύβομαι, γιατί είμαι πια και επισήμως τρελός.
Γιατί γράφω, τότε; Είναι απλό: γιατί σε αυτό το χάος που λέγεται Διαδίκτυο μπορώ να νιώσω ασφαλής, όσο ειρωνικό κι αν ακούγεται. Γιατί είναι ο μόνος τρόπος που μπορώ να βγάλω ό,τι έχω μέσα μου. Για να θυμάμαι. Κι ελπίζω ότι ίσως βρεθεί κάποιος που δε θα με θεωρήσει τρελό, κάποιος που ίσως και να με καταλάβει. Κάποιος που ίσως να έχει ζήσει αυτή τη φρίκη και ο ίδιος.
Ελπίζω. Μπορώ πια να ελπίζω. Εκείνη τη νύχτα – την Κόκκινη Νύχτα, εκείνη τη νύχτα που τα χέρια μου έτρεμαν βουτηγμένα στο κόκκινο, δεν ήλπιζα, ο απόηχος της ελπίδας φάνταζε μια απλησίαστη πολυτέλεια. Κι όμως, πυροδοτήθηκε μια αλυσιδωτή έκρηξη γεγονότων που μου έμαθε κάτι βασικό: πως είσαι μονος όταν νιώθεις ότι δεν είσαι μόνος και πως, όταν έχεις εγκαταλείψει πια κάθε ελπίδα, δεν είσαι μόνος.
Πώς αλλιώς να εξηγήσω το ότι η ίδια μου η μάνα με έκλεισε στο ψυχιατρείο; Τι κι αν δεν ήταν αίμα αυτό στα χέρια μου την Κόκκινη Νύχτα; Είχα επιτεθεί σε μια γυναίκα, είπανε, είχα πέσει όλος πάνω της μες στη νύχτα, γεμάτος κόκκινη μπογιά, την γράπωσα κι άρχισα, είπανε, να ζωγραφίζω πάνω της σύμβολα ακατάληπτα. Γρύλιζα, είπανε. Δεν το αμφισβητώ. Στο δέρμα της φαίνονταν ακόμα αχνές κοκκινίλες, όταν φώναζε στον αστυνομικό “Αυτός είναι!”. Τα μάτια της ένας τρόμος. Δεν πρόλαβα καν να αντιδράσω, να θυμώσω, να την λυπηθώ, να προσπαθήσω να εξηγήσω. Να θυμηθώ.
Τώρα πια, φυσικά, την λυπάμαι. Είναι κι αυτή ένα θύμα του κακού που πλανιέται, ίσως το μόνο που τη γλίτωσε τόσο φτηνά. Οι άλλοι την πληρώσαμε χειρότερα. Ήρθε το κακό κι έκατσε πάνω μας, μας πήρε τη φωνή και δε μας ακούει κανείς. Κι αν μας ακούει, ακούει ψέματα. Όπως ο διευθυντής του τμήματος, που έκατσα και του τα έγραψα όλα με χαρτί και μολύβι. Διάβασε ψέματα. Με έστειλε στο ψυχιατρείο.
Εκεί ήταν που, ανάμεσα στα σπασμωδικά γέλια και τα απλανή βλέμματα των τροφίμων, ανάμεσα στα δικά μου ρίγη και όνειρα, γεμάτα παιδιά και αίματα, γνώρισα τη Νατάσα. Κι αυτή τρελή. Κι αυτή μουγκή, σαν και μένα.Στην αρχή δεν την παρατήρησα καν. Καθόταν κουλουριασμένη σε μια γωνιά, ένα κουβάρι από σάρκα, κουρέλια και λαδωμένα μαλλιά, και ατένιζε με πυρετικό βλέμμα το άπειρο. Άραγε έτσι φαινόμουν κι εγώ στους γύρω μου; Σε ένα φωτεινό διάλειμμα διαύγειας, ένα από τα ελάχιστα που μπόρεσε να αρθρώσει ολόκληρη πρόταση, ο διπλανός μου, μου έπιασε το χέρι και με το άλλο την έδειξε: “Εσύ χωρίς φωνή. Κι εκείνη, το Παρελθόν”. Προσπάθησα να τον ρωτήσω κι άλλα, αλλά ξαναχάθηκε στους ομιχλώδεις δρόμους του ντελιρίου του.
Έτσι ξεκίνησε μια περίεργη σχέση ανάμεσα σε μένα και το μουγκό κορίτσι. Το ότι ήμασταν και οι δύο χωρίς φωνή δε μας πτόησε. Ούτως ή αλλως δεν είχαμε και πολλά να πούμε. Κατά έναν περίεργο, μα πολύ απλό τρόπο μπορούσαμε να καταλάβουμε ο ένας τον άλλο με ένα μόνο βλέμμα. Και πριν τέσσερις νύχτες καταφέραμε να το σκάσουμε.
Τέσσερις μέρες είμαστε εδώ, στο καμαράκι πίσω από το μαγαζί του πατέρα της. Με το που το είδα, σκοτεινό και μισοκρυμμένο, φτιαγμένο λες για να διώχνει τους υποψήφιους πελάτες, τα κομμάτια του παζλ άρχισαν να μπαίνουν στη θέση τους: το ότι η Νατάσα έχει χάσει κι αυτή τη φωνή της. Τα λόγια του διπλανού μου στο ψυχιατρείο. Η αφίσα των This Is Past στη βιτρίνα του μαγαζιού, μάλλον για ένα καινούριο άλμπουμ με τον τίτλο “Μισανθρωπία”. Η μισανθρωπία που ένιωθα ο ίδιος μετά από όσα είχα περάσει. Το βλέμμα αναγνώρισης στα μάτια του πατέρα της...
Έλαβες κι εσύ την κασέτα;”

Έχω κάποιες απαντήσεις. Μου λείπουν, όμως, ακόμα, κάποιες ερωτήσεις· ίσως οι πιο σημαντικές. Η Νατάσα προσπαθεί να μου πει πράγματα με εικόνες που φτιάχνει στον υπολογιστή αλλά αυτά που θέλει εναγωνίως να μου πει δε μπορώ ακόμα να τα καταλάβω. Έχω ακόμα δρόμο για να διώξω το κακό και να μας σώσω. Ο κακός γέρος παραμονεύει. Αλλά αυτή τη φορά, δεν είμαι μόνος.




Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Κόκκινο


Πήγα στο γραφείο την προηγούμενη Τρίτη. Χρειάστηκε να μαζέψω όλο μου το θάρρος και όσα post-it μου είχαν απομείνει. Ιδέα της μικρής μου αδερφής αυτή. Μου τα έφερε μάλιστα σε πολλά σχήματα και χρώματα για να μου φτιάξουν τάχα τη διάθεση. Πού να ήξερε η καημένη ότι αυτή της η κίνηση έφερε μάλλον αντίθετα αποτελέσματα. Γιατί μέσα στα διάφορα σχήματα βρήκα και μια στοίβα post-it σε σχήμα τριαντάφυλλο.
Τέλος πάντων. Τρίτη μεσημέρι πήγα στο γραφείο. Μόνο εκείνη την ώρα μπορούσα να βρω τον εργοδότη μου για να συνεννοηθούμε -μέσω post-it πάντα- για κάποια θέματα που ήθελα, τα οποία ήταν εμπιστευτικά και έπρεπε να τα συζητήσουμε -και πάλι μέσω Post-it- με διακριτικότητα. Χτύπησα το κουδούνι με κάποια νευρικότητα η οποία πολλαπλασιάστηκε όταν μου άνοιξε η γραμματέας και είδα έξι κεφάλια να ξεχωρίζουν από πισω της. Ποια διακριτικότητα, Ευαγόρα, αγόρι μου. Τρίτη μεσημέρι έχουν γυρίσει όλοι πίσω στο γραφείο από τον καθημερινό γύρο των δικαστηρίων.
“Έλα ρε Ευαγόρα! Τι λέει η ζωή;” ρώτησε ο Παπαδόπουλος.
“Δε λέει αυτό που περνάς πάντως....” είπε ο Μακρίδης.
“Θα αρχίσουμε να σε φωνάζουμε μόνο “Ευ” σε λίγο”, πετάχτηκε και η Μαρία.
Όλα κι όλα. Στο γραφείο πάντα είμαστε διακριτικοί.
Η Άννα, πιο πίσω από όλους, μου έριξε ένα βλέμμα οίκτου. Το κερασάκι στην τούρτα.
Ευτυχώς οι “χιουμορίστες” συνάδελφοί μου δεν πρόλαβαν να δουν τα post-it, γιατί ήρθε ο κύριος Φωτιάδης κι έσπευσαν να εξαφανιστούν στα γραφειάκια τους.

Ο κύριος Φωτιάδης, ο εργοδότης μου, ήταν όσο πιο διακριτικός μπορούσε. Με ενημέρωσε απλά και τυπικά ότι το γραφείο δεν θα είχε για πολύ ακόμα τη δυνατότητα να με περιμένει. Οι υποθέσεις έτρεχαν και δεν μπορούσε να συνεχίσει να επιβαρύνεται η Άννα με τη δική μου δουλειά. 'Οχι πως αυτό θα έπρεπε να με ανησυχήσει, η υγεία πάνω από όλα. Απλώς θα αναζητούσαν κάποιον συνεργάτη σε καθεστώς ημιαπασχόλησης για να συνεχίσει τις δικές μου υποθέσεις. Προσωρινά πάντα.

Μετά το γραφείο, σειρά είχε ο κύριος Χορτατσέλης, ο ψυχολόγος στον οποίο ξεκίνησα να πηγαίνω μετά από συνεχείς παραινέσεις του ΩΡΛ μου, όταν είδε πως η θεραπεία που μου χορηγεί δεν έφερνε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Οι συνεδρίες με τον κύριο Χορτατσέλη -μόλις δεύτερη αυτή της Τρίτης- είναι εξαντλητικές. Του λέω -μέσω post-it, μην ξεχνιόμαστε- κάτι και με ρωτάει γιατί. Απαντάω. Ξαναρωτά γιατί. Και απαντάω πάλι. Το αποτέλεσμα; Αμέτρητα χρησιμοποιημένα post-it, ζαλισμένο μυαλό και το χέρι μου να πονάει από το γράψιμο.

Σκοτείνιαζε όταν πήρα το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι. Είχε ήδη πέσει η νύχτα για τα καλά όταν μπήκα σ' εκείνο το μικρό παράδρομο για να κόψω δρόμο. Η ψύχρα του Νοέμβρη έπεφτε με τη μορφή λεπτής ομίχλης. Στα αυτιά μου ηχούσε η κασέτα των This Is Past από το παλιό γουώκμαν που είχα μικρός. Έφτασα στο σπίτι κι έκατσα στο σαλόνι, αρνούμενος να πάω για ύπνο. Ήμουν εξαντλημένος, εκνευρισμένος κι ήξερα πως αν κοιμηθώ θα έβλεπα πάλι εκείνο το όνειρο, από το οποίο ξεκίνησαν όλα. Αποφάσισα λοιπόν να μείνω ξύπνιος μέχρι να ηρεμήσω κάπως.
Μάταια. Τα βλέφαρά μου, βαριά από την ένταση της ημέρας, έκλεισαν αμέσως.

Το όνειρο ήταν διαφορετικό αυτή τη φορά.

Βρισκόμουν πάλι σε εκείνο το σκοτεινό σοκάκι κοντά στο σπίτι. Περπατούσα ξανά, πάλι για να πάω σπίτι, σαν όλα όσα είχαν συμβεί να ήταν μια κασέτα που γύρισε από την αρχή. Γύρω μου ομίχλη. Τα χέρια μου στις τσέπες. Στα αυτιά μου οι This is Past. Και στο μυαλό μου ο διάλογος με τον ψυχολόγο και η σκέψη να μην κοιμηθώ, να μην κοιμηθώ, να μην κοιμηθω....
Τα πάντα συνέβησαν αστραπιαία. Για πότε πετάχτηκε το μικρό κοριτσάκι μπροστά μου, για πότε έπεσε πάνω μου με όλο της το βάρος, γραπώνοντάς με από τη μέση σφιχτά, για πότε πέσαμε κάτω κι οι δύο, χτυπώντας αγκώνες, πλάτες και κεφάλια στο τσιμέντο...

Ξύπνησα. Ένας οξύς πόνος σφυροκοπούσε το κεφάλι μου κι ένιωθα την πλάτη μου άκαμπτη σαν σανίδα. Άνοιξα τα μάτια και συνειδητοποίησα έντρομος ότι βρισκόμουν ξαπλωμένος καταγής στο έρημο, σκοτεινό σοκάκι. Ανακάθισα. Προσπάθησα να πιαστώ από τον τοίχο πίσω μου για να σηκωθώ. Κι εκεί, μπροστά στον κρύο, γκρίζο τοίχο, κύματα κρύα ιδρώτα άρχισαν να διαπερνούν όλο μου το κορμί. Εκεί που ακούμπησε το χέρι μου άφησε ένα αναμφίβολα υγρό, ύποπτα παχύρρευστο κι ένοχα κόκκινο αποτύπωμα...



Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Έχασα τη φωνή μου




Έχασα τη φωνή μου. Δεν ξέρω πώς να το θέσω πιο απλά και κατανοητά. Ίσως γιατί τίποτα πια δεν είναι απλό, πόσο μάλλον κατανοητό. Απορείς; Άκου κι αυτό: Έχασα τη φωνή μου από μια καραμέλα. Στον ύπνο μου.
Ο ίδιος πάντα ύπνος, το ίδιο πάντα όνειρο. Στην αρχή δεν έδινα σημασία. Έλεγα ότι είναι το άγχος της δουλειάς, μη χάσω καμιά προθεσμία, πώς θα πείσω τον πελάτη για το τι πρέπει να γίνει, να αποδώσω τον ΦΠΑ στο τέλος του τριμήνου και τέλος πάντων, ήταν απλά ένα όνειρο, έτσι; Ούτε καν όνειρο. Μια σκηνή σε αργή κίνηση. Εγώ να στέκομαι απέναντι από μια στάση λεωφορείου. Εκεί καθισμένη μια σκυφτή μορφή. Παιδιά να παίζουν γύρω-γύρω. Αργά. Κι εγώ να προχωρώ, ένα βήμα τη φορά προς τη στάση. Αργά. Τώρα που το σκέφτομαι, ούτε σε άγχος δε θα μπορούσε να αποδοθεί αυτό το όνειρο αν το περιέγραφα σε κάποιον. Ίσως μερικοί να μου έλεγαν κιόλας ότι είμαι υπερβολικός. Αλλά υπήρχε κι εκείνη η ανησυχία που διαχέετο στον αέρα. Αυτή δύσκολα μπορεί να την περιγράψει κανείς.
Ο ΩΡΛ μου είπε ότι είναι ψυχολογικό, φυσικά. Γίνεται αυτό, να χάνουν άνθρωποι τη φωνή τους. Στρες, είπε. Κι ότι ίσως πρέπει να δω κάποιον ειδικό. Στη δουλειά μου έδωσαν δυο βδομάδες άδεια. Θα τρέξει η Άννα για τις δουλειές μου. Μου είπαν να μην ανησυχώ και να γίνω γρήγορα καλά. Φυσικά η άδεια είναι άνευ αποδοχών. Θεωρούμαι ελεύθερος επαγγελματίας.
Το στόμα μου ζέχνει τριαντάφυλλο. Φαντάζομαι τον εαυτό μου στο δικαστήριο, ο δικαστής να εκφωνεί την υπόθεση, να πάω να πω “παρίσταται” και αντί για τη φωνή μου να βγαίνει μυρωδιά από τριαντάφυλλο. Τέτοια γέυση είχε η καραμέλα, αυτή στον ύπνο μου. Αυτή που μου 'δωσε ο γέρος, καμπουριασμένος, με το πλατύγυρο καπέλο του. Φαντάστηκα ότι θα χαμογελούσε, αλλά έκρυβε το στόμα του με την παλάμη του άλλου του χεριού. “Μείνε μακριά”, μου είπε. “Γιατί;” ρώτησα κι ήταν η τελευταία λέξη που μπόρεσα να αρθρώσω. Μετά δεν έβγαινε τίποτα, παρά μόνο τριαντάφυλλο.
Και τα όνειρα συνεχίστηκαν. Ένα βήμα πίσω, αυτή τη φορά.Να απομακρύνομαι από τον κωλόγερο που μου πήρε τη φωνή. Τώρα έρχονται τα παιδιά. Έχουν αφήσει το παιχνίδι τους κατά μέρος. Με πλησιάζουν και με τραβάνε απ' το σακάκι, το παντελόνι, τα μαλλιά, σκαρφαλώνουν πάνω μου και μιλάνε σιγανά, μόλις που τ' ακούω, παρόλα αυτά η φωνή σκάει στο τύμπανό μου σαν ωστικό κύμα και χίλιες κραυγές με τινάζουν απ' το στρώμα κάθιδρο.

ΒΟΗΘΗΣΕ ΜΑΣ.”

Το μόνο ευχάριστο που έγινε αυτή τη βδομάδα ήταν που βρήκα εκείνη την κασέτα, ερχόμενος από τον ΩΡΛ. Σφηνωμένη στο γραμματοκιβώτιό μου, αντιγραμμένη προφανώς, αν κρίνω από το εξώφυλλο. Ποιος ξέρει για ποιον είναι. Αυτά τα ΕΛΤΑ πάντα κάνουν λάθος με τα γραμματακιβώτια της πολυκατοικίας μας. Κανονικά δε θα την κρατούσα, ούτε που το ήξερα αυτό το συγκρότημα, τους THIS IS PAST, αλλά ο τίτλος της κασέτας ήταν “NO WORDS” και μπορείς να φανταστείς ότι απλά δεν μπόρεσα να αντισταθώ. Μειωμένος καταλογισμός. Και βρασμός ψυχής, μη σου πω. Όπως και να 'χει, μόνο αυτή η μουσική μπορεί να με ηρεμήσει κάπως... Για ποιο λόγο δεν ξέρω, αλλά τελικά ίσως να μην ξέρω και πολλά. Θα δούμε.